Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Γιατί πέθανε ο Τσε


Γιατί πέθανε ο Τσε


Ο Ερνέστο Γκεβάρα δεν πέθανε για μιαν απλή ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των φτωχότερων λαών. Για μένα και πιστεύω για πολλούς, στην πραγματικότητα για εκατομμύρια πρόσωπα και κυρίως για τους νέους που θρήνησαν το τέλος του, πέθανε για ένα ιδανικό απείρως υψηλότερο, για το ιδανικό ενός Νέου Ανθρώπου. Αυτό το ιδανικό προϋποθέτει προφανώς την πάλη ενάντια στην αθλιότητα των καταπιεζόμενων λαών. Αλλά προϋποθέτει επίσης -σε τελευταία και ίσως και σε πρώτη ανάλυση- και μια νέα μορφή συμβίωσης, μία κοινότητα στην οποία θα εξασφαλίζονται για όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις όχι μόνο τα υλικά αγαθά αλλά και μια αυθεντική επικοινωνία: μια κοινωνία, ένας βαθύτερος δεσμός ελεύθερων ανθρώπων, μια συνεργασία μεταξύ αυθεντικών προσώπων. Όχι ένα σύμφυρμα μηχανών και συναθροισμένων υπάρξεων. Όχι μια νέα κοινωνία η οποία, αφού θα έχει προηγηθεί μια αιματηρή επανάσταση, θα καταλήγει να μας προσφέρει ένα είδος Βόρειας Αμερικής από την ανάποδη, χωρίς την ηγεμονία των καπιταλιστικών τραστ αλλά κυριαρχούμενη από τα παντοδύναμα εργαλεία μιας εξίσου απάνθρωπης γραφειοκρατικής δικτατορίας.
Του Ερνέστο Σάμπατο


Ουσιαστικά, νομίζω ότι πάλεψε και πέθανε για μια συμβίωση στην οποία οι άνθρωποι θα είναι αληθινές ανθρώπινες υπάρξεις, με την υψηλότατη αξιοπρέπεια που τους ανήκει, απελευθερωμένοι επιτέλους όχι μόνο από την οικονομική αλλοτρίωση που προκαλείται από καθεστώτα εκμετάλλευσης, αλλά και από αυτήν την άλλη μορφή αλλοτρίωσης, την πιο λεπτή και τρομερή, επειδή είναι ικανή να επιβιώνει πολύ πιο πέρα από μια εσφαλμένη κοινωνική επανάσταση και που έγκειται στην επιστημονική αλλοτρίωση, αυτή την ίδια που μετασχηματίζει τον κόσμο σε έναν τερατώδη μηχανισμό από ρομπότ.

Ο Γκεβάρα είχε αμφισβητήσει έντονα αυτή την κατάληξη στο όνομα του διαλεκτικού υλισμού του. Αλλά αυτή η άρνησή δεν θα διέθετε ιστορική και φιλοσοφική διάσταση, γιατί αυτό που μας λέει ο λόγος σε σχέση με τις στάσεις του ανθρώπου είναι λιγότερο έγκυρο από όσα μας υπαγορεύουν, ενστικτωδώς αλλά με δύναμη, εκείνοι οι λόγοι που ο Πασκάλ αποκαλούσε “της καρδιάς”.

Εξάλλου, όταν ήταν φοιτητής, αυτός δεν ρίχτηκε στην πάλη για τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια, αφού προηγουμένως είχε μελετήσει το “Κεφάλαιο” ούτε αφού είχε πειστεί για την ορθότητα των θέσεων του μαρξισμού. Ούτε και τα εκατομμύρια των νέων που σε αυτόν τον κόσμο της αγωνίας ακολουθούν τη σκιά του και τοποθετούν το πορτρέτο του πάνω από το κρεβάτι τους, το κάνουν με πάθος επειδή έχουν πειστεί για την αλήθεια του διαλεκτικού υλισμού. Η εξέγερση του μεγαλύτερου μέρους αυτών των ίδιων νέων ενάντια στο χοντροκομμένο υλισμό της σοβιετικής κοινωνίας -που σε τελευταία ανάλυση είναι μια ορθόδοξη συνέπεια του μαρξισμού- δείχνει ότι διακυβεύεται κάτι βαθύτερο και πιο σημαντικό από αυτούς τους διαβόητους οικονομικούς παράγοντες και από αυτή την υπερεκτίμηση της επιστήμης και της τεχνικής που χαρακτηρίζει τη θεωρία.

Ακριβώς αυτή η νοοτροπία της τεχνικής αποτελεσματικότητας κατέκτησε την ψυχή πολλών επαναστατών (ίσως γιατί δεν μπορεί να παλεύει κανείς σκληρά ενάντια σε έναν ισχυρό αντίπαλο χωρίς να καταλήγει να του μοιάζει) και αυτό γίνεται αντιληπτό σε ορισμένες κριτικές προς τον Γκεβάρα.

Οι κομμουνιστές, που τον εγκατέλειψαν στην τελική τραγική μάχη, τον κατηγορούσαν για τυχοδιωκτισμό, για έλλειψη αίσθησης της πραγματικότητας, για αναρχικό ρομαντισμό. Σίγουρα είναι πιθανόν, ότι αν ήταν κλεισμένος σε κάποιο απόμερο και ασφαλές γραφείο, στέλνοντας διαταγές με το ταχυδρομείο ή με το ραδιόφωνο, θα φαινόταν πιο αποτελεσματικός στα μάτια αυτών των επιστημόνων της επανάστασης. Αλλά αναμφίβολα δεν θα ήταν ποτέ τόσο αποτελεσματικός όσο με αυτόν τον άλλο τρόπο, το ρομαντικό και ηρωικό, νεκρός επικεφαλής ενός μικρού και χαμένου στρατιωτικού αποσπάσματος, αφού πάλεψε μέχρι την τελευταία του πνοή και μέχρι το τελευταίο χτύπημα της καραμπίνας του. Ενάντια στη νοοτροπία των καταλόγων και των αρχείων των γραφείων, αυτός διεκδίκησε με τη ζωή του τη θυσία και τη μοναξιά.

Ο Γκεβάρα, στον οποίο θα αναφέρονταν αυτοί οι τεχνικοί, θα είχε ζήσει λίγα χρόνια περισσότερο. Αυτός που πέθανε επικεφαλής της ομάδας των συντρόφων του θα έχει αντίθετα τη διάρκεια των σημαιών, την αιωνιότητα των συμβόλων.

Ο θάνατός του, πράγματι, έχει αυτό το χαρακτήρα: έχει την αξία ενός συμβόλου. Και στην ορθολογιστική κοινωνία μας, που έχει πετάξει, ξεχάσει και περιφρονήσει τα σύμβολα, σε αυτή την κοινωνία στην οποία η αποτελεσματικότητα και η τεχνική έχουν γίνει περισσότερο πολύτιμες από το πάθος και τη θυσία, μπορούμε πράγματι να αποδώσουμε στον Γκεβάρα έναν απερίσκεπτο ρομαντισμό.

Αλλά είναι ακριβώς αυτός ο ηρωισμός, ακριβώς αυτή η ηρωική και μοναχική εικόνα που γεννάει την ελπίδα, το θάρρος και την πίστη σε εκατομμύρια γενναιόδωρους νέους σε όλες τις γωνιές της Γης.

Ας αφήσουμε τους Βορειοαμερικάνους να μιλούν για αποτελεσματικότητα. Ας αφήσουμε τον Μακναμάρα να μιλάει για το Βιετνάμ με όρους επιχειρηματικούς, υπολογίζοντας το κόστος σε δολάρια για κάθε Βιετκόνγκ που πεθαίνει για την πατρίδα του. Από τη δική του σκοτεινή σκοπιά αυτός είναι συνεπής, αφού σε τελευταία ανάλυση αυτός αποτελεί μέρος αυτού του παραδείγματος ποσοτικού πολιτισμού που εκπροσωπεί η χώρα του. Αλλά οι ηρωικοί Βιετναμέζοι δεν λειτουργούν με βάση μια τέτοια αριθμητική και δείχνουν με το ολοκαύτωμά τους ότι οι ανθρώπινες αξίες είναι ποιοτικού χαρακτήρα, ότι η πίστη είναι πιο ισχυρή από τον αριθμό των κανονιών. Ότι η ελπίδα είναι πιο δυνατή από την απληστία των εμπόρων. Ότι η αξιοπρέπεια είναι πιο ανθεκτική από το βρόμικο και αιματηρό πείσμα των επιχειρηματιών.

Για αυτούς τους λόγους λοιπόν και όποιες και αν ήταν οι αυταπάτες του ή οι θεωρίες του για την κατίσχυση των οικονομικών παραγόντων στην ιστορία, πιστεύω ότι η πάλη του Γκεβάρα ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσώπευε μια πάλη του πνεύματος ενάντια στην ύλη.

Και όπως στον προηγούμενο αιώνα ορισμένοι μεγάλοι στοχαστές πίστεψαν ότι έχουν ανακαλύψει ψυχρά σε διάφορες πραγματείες τις υλικές αιτίες της αδικίας, οι οποίες πραγματείες όμως κατέληγαν να προκαλούν στους έντιμους ανθρώπους μια φλογερή έξαψη διεκδικήσεων, εξαιτίας του πάθους με το οποίο στις σελίδες τους εγκωμίαζαν τις αρετές μιας ιπποτικής κοινωνίας που καταστράφηκε από τους εμπόρους, έτσι και στη δύστυχη εποχή μας ένας νέος, ο οποίος προσωπικά δεν είχε ανάγκη από τίποτα, αφού είχε γεννηθεί, όπως και εκείνοι οι στοχαστές, στους κόλπους μιας προνομιούχας οικογένειας, ρίχτηκε στην πάλη υποκινημένος από ρομαντικά ιδεώδη.

Και όσο και αν τον απασχολούσαν οι αριθμητικές όψεις της παραγωγής, σε μια κρίσιμη στιγμή της κουβανικής οικονομίας, αρνήθηκε να αναπτύξει αυτήν την παραγωγή προσφεύγοντας σε υλικά κίνητρα.

Υποστήριξε αντίθετα ότι ήταν αναγκαίο να αλλάξουμε τη νοοτροπία των μαζών για να δημιουργήσουμε το νέο άνθρωπο στον οποίο απέβλεπε η επανάσταση και έκανε έκκληση στον επαναστατικό ενθουσιασμό, στον πατριωτισμό, στην ανιδιοτελή στράτευση, στην πίστη που κινεί τα βουνά. Θα μπορούσε να λεχθεί -και σίγουρα έχει λεχθεί- ότι αυτές οι ιδέες δεν είναι συνετές. Αλλά ποιος απέδειξε ποτέ ότι είναι η σύνεση αυτή.

(Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα επικηδείου λόγου του αργεντίνου συγγραφέα Ερνέστο Σάμπατο που εκφώνησε στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού γιά το θάνατο του Τσε. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Scritti politici e privati di Che Guevara”, Editori Riunitti, 1988).

Ο Τσε μας καλεί να συλλογιστούμε


Ο Τσε μας καλεί να συλλογιστούμεFREE photo hosting by Fih.gr
Γνωρίζουμε το πρόσωπο του αντάρτη μαχητή Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Τον εκτιμούμε ως οργανωτή, σκληρό πολεμιστή, ο οποίος έδινε πάντα χείρα βοηθείας στους μαχητές που βρίσκονταν υπό τις διαταγές του, που ήταν αγκάθι στο πρόσωπο του φορμαλισμού και της κενής ρητορικής, ένας δάσκαλος για τους συντρόφους του, ένας γιατρός έτοιμος να φροντίσει φίλους και εχθρούς, που ήταν σε θέση να νιώσει συμπόνοια για αυτούς που πέθαναν στη δράση. Δεν έχουμε όμως εντρυφήσει επαρκώς στον Τσε ως μελετητή και στοχαστή που αφιέρωνε ατέλειωτες νύχτες για τη γνώση.
Της Γκρατσιέλλα Πογκολόττι

Χάρη στην πρόσφατη έκδοση των Φιλοσοφικών Σημειώσεων του Τσε Γκεβάρα απ’ τον εκδοτικό οίκο Ocean Press, έχουμε μάθει ότι στις σκληρές μέρες στη βολιβιανή επαρχία, όταν ο ίδιος ήταν απομονωμένος απ’ την διχασμένη τότε Αριστερά, υποφέροντας από πείνα και δίψα, χαμένος κάποιες φορές σε άγνωστες περιοχές, περικυκλωμένος από στρατιώτες, τον φόβο και την αναξιοπιστία των χωρικών, έβρισκε πάντα χρόνο για απαραίτητες θεωρητικές έρευνες.
Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα συνδίαζε τα λόγια με τη δράση. Παρομοίως, αντιλαμβάνονταν τις εμπειρίες ζωής, τις πράξεις και τη θεωρητική κατάρτηση ως ένα ενιαίο σύνολο. Θεωρούσε, βασιζόμενος στα λόγια του Ένγκελς, ότι η τακτική αποκομμένη από μια στρατηγική προοπτική οδηγούσε στον οπορτουνισμό.
Από πολύ νεαρή ηλικία, ο Τσε αντιλήφθηκε ότι η Λατινική Αμερική ήταν ένα ζήτημα υπο ανακάλυψη για τον ίδιο, παρ’ ότι γνώριζε τα βασικά της γεωγραφίας και ιστορίας της μέσα απ’ τα σχολικά εγχειρίδια. Χρειάζονταν ένα άλλο είδος γνώσης, αυτό που κατακτιέται ζώντας την εμπειρία του “αγγίγματος” της πραγματικότητας με τα ίδια του τα χέρια, αγγίζοντας την ανθρώπινη, φυσική, πολιτισμική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της ηπείρου.
Στο προσωπικό επίπεδο, ήταν ένας τρόπος ωρίμανσης σε όλους τους τομείς. Παλεύοντας με ένα άσθμα που ποτέ δεν τον εγκατέλειψε, πορεύτηκε σαν άνδρας, χρησιμοποιώντας τα μέσα που βρήκε στην πορεία. Έζησε με τους ντόπιους (αυτόχθονες) και μπορούσε να αντιληφθεί το νόημα μιας συμπεριφοράς που είχε τις ρίζες της σε μια μακραίωνη παράδοση αντίστασης, στην οποία η αλληλεγγύη και η γενναιοδωρία συμβίωναν μαζί με την κακία και τον εγωϊσμό. Δεν έκρινε κανέναν – απλά παρατηρούσε.
Μπορώ να φανταστώ έναν ανυπόμονο νεαρό, μεγαλωμένο σε ένα περιβάλλον υψηλής διανοητικής έντασης. Η γυμνασιακή του εκπαίδευση βασίζονταν σε μια πρωτοφανή ανθρωπιστική βάση. Η Αργεντινή αντικατόπτριζε την έντονη πολιτιστική ζωή στην ήπειρο, με τις υψηλού δημοσιογραφικού κύρους εφημερίδες, περιοδικά αλλά και τους διάσημους καθηγητές πανεπιστημίου. Η διανόηση της δημόσιας συζήτησης σε ιδεολογικό επίπεδο, βασισμένη άλλοτε σε ευρωπαϊκά μοντέλα διανόησης και άλλοτε στην δημοφιλή παράδοση όπως του Μάρτιν Φιέρρο, έμεινε χαραγμένη στη μνήμη όσων γεννήθηκαν στις επαρχίες του Ρίο δε λα Πλάτα.
Σε εκτενή βαθμό, ο Τσε σημείωνε σε κάρτες τους τίτλους που αργότερα θα αποτελούσαν τη λίστα των αναγνωσμάτων του, τα οποία θα τον συνόδευαν στην αντάρτικη περιπέτεια του αλλά και στην προσωπική βιβλιοθήκη του. Όπως ήταν συνηθισμένο στη γενέτειρα χώρα του, οι κλασσικοί της ψυχοανάλυσης, της Ιστορίας, της Φιλοσοφίας και οι αναγνωρισμένοι στοχαστές του 20ου αιώνα συμπλήρωναν τη λίστα αυτή.
Παρ’ όλα αυτά, ο Τσε δεν είχε αρκετό χρόνο ώστε να σχηματοποίησει τις ιδέες του. Οι Φιλοσοφικές Σημειώσεις που δημοσιεύθηκαν προσφατα συνιστούν έναν συνδιασμό κειμένων υπογραμμισμένων απ’ τον Τσε, μαζί με τις σημειώσεις, σχόλια και ερωτήσεις που έγραψε στο περιθώριο. Παρά το γεγονός ότι αυτά είναι μόνο αποσπάσματα, δίνουν μια ιδέα για τις σκέψεις του. Αυτές οι σημειώσεις προσφέρουν ένα μάθημα μεθόδου σε καθηγητές και σπουδαστές, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν οδηγό στην σύγχρονη παιδαγωγική επιστήμη. Το θεμέλιο όλης της γνώσης είναι η εξάσκηση της δημιουργικής ανάγνωσης. Η πεμπτουσία της γνώσης δεν είναι η επανάληψη, τις πιο πολλές φορές με μηχανικό τρόπο, αλλά η παράθεση κριτικών ερωτημάτων βάσει του κειμένου.
Όταν διαβάζουμε Ένγκελς η Μαρξ, δεν το πράτουμε με τον ίδιο τρόπο όπως αυτοί που έγιναν μέλη στην Πρώτη Διεθνή, σε έναν κόσμο που δεν είναι πια ο ίδιος. Το κάνουμε ως κάτοικοι ενός νησιού στην Καραϊβική που έχει απέναντι του τις Ηνωμένες Πολιτείες, που ζει μια επίφοβη κρίση, ωσάν τα παιδιά μιας Επανάστασης που αντιμετωπίζει αναδυόμενες, έκτακτες ανάγκες χωρίς να παραδίδει τα θεμέλια της ανεξαρτησίας της.
Το μωσαϊκό που δημιουργήθηκε από αποσπάσματα ενωμένα μεταξύ τους, έχει νόημα όταν αυτά (τα αποσπάσματα) μπαίνουν σε μια σειρά στην τροχιά της σκέψης του Τσε, που εξηγείται απ’ την αντίθεση μεταξύ της δράσης και της ευθυγράμμισης σε ένα στρατηγικό όραμα.
Η συλλογή των υπογραμμισμένων από τον Τσε γραπτών δεν περιλαμβάνει ασφαλώς όλο το υλικό που θα έπρεπε να είχε διαβάσει αναφορικά με το δημόσιο στοχασμό. Είναι τοποθετημένα σε συγκεκριμένη σειρά απαντώντας σε ορισμένες απορίες που σιωπηρά ψάχνουν απάντηση. Παγκοσμίως αναγνωρισμένοι κλασσικοί συνδιάζονται (σ.μ: στα αναγνώσματα του Τσε) με γραπτά κείμενα του Μάο Τσε Τουνγκ και του Λουίς Αλτουσέρ, εκτενώς διαδεδομένοι και οι δύο στην Κούβα της δεκαετίας του ’70.
Από το Μάο, βρίσκουμε την αξιολόγηση των αντιφάσεων ως πηγή ανάπυξης, ως υπαινιγμός για τη μεταφορά του “εκατοντάδες λουλούδια”, η οποία την εποχή εκείνη θεωρούνταν ως αναγνώριση της αναγκαίας συμβίωσης διαφορετικών πολιτισμών και σχολών σκέψης. Λίγο πιο δυσνόητες στα μηνύματα τους, τα γραπτά του Αλτουσέρ έθεταν την αναπόσπαστη ενότητα της θεωρίας και της δράσης, στο βαθμό να θεωρείται η θεωρία ως συγκεκριμένη έκφραση της δράσης.
Ο Τσε συσσώρευσε (στην σκέψη του) όλο αυτό το υλικό μελέτης όταν ήταν πλέον ώριμος άνδρας. Είχε ήδη τελειώσει με το αντάρτικο της Σιέρρα Μάεστρα, είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή το Κουβανικό Σοσιαλιστικό μοντέλο βασισμένο στη γνώση που είχε από την ευρωπαϊκή εμπειρία και στην σκληρή αντιπαράθεση με τον Ιμπεριαλισμό. Ο ίδιος σημείωσε τις ατέλειες και αδυναμίες του σοβιετικού μοντέλου. Αντιλήφθηκε την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η κριτική σκέψη, η σημασία να διατηρηθεί η αποστολή βοήθειας σε άλλες χώρες του κόσμου, η τόνωση της συνείδησης ως μέσο αντιμετώπισης της δογματικής κατήχησης.
Μέσα απ’ την μεταμόρφωση της κοινωνίας, οι δημιουργοί της, οι πολίτες που είναι ταγμένη σε αυτήν, μαθαίνουν συνέχεια από τις εμπειρίες τους, τις επανερμηνείες της Ιστορίας και οι προσαρμογές της τακτικής με στόχο να επιτευχθεί ο στρατηγικός στόχος.
Κάποιες φορές, μπορεί να τυφλωνόμαστε απ’ το πάθος. Αλλά επίσης φωτίζει το μονοπάτι της αποσαφήνισης των πραγμάτων. Από το θάνατο του στη Βολιβία, η εικόνα του κόσμου έχει υποστεί αναπάντεχες αλλαγές με εκπληκτικά γρήγορο τρόπο. Η κατάρρευση της σοσιαλιστικής Ευρώπης επιτάχυνε την κρίση στην Αριστερά, μετατόπισε (ιδεολογικά) τη μαρξιστική παράδοση, εδραίωσε τον σκεπτικισμό και αντικατέστησε την ξεκάθαρη ιδεολογία απο το “φως” του μηνύματος που περνάνε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η οικονομική ισχύς ασκεί την εξουσία της με δυναμική ανεξάρτητη απ’ την πραγματική οικονομία και μετατρέπει τους πολιτικούς σε υπηρέτες των συμφερόντων τους.
Με το μάθημα του νεοφιλελευθερισμού να έχει γίνει σαφές, η Λατινική Αμερική προσφέρει ένα μοντέλο για την τόσο αναγκαία αντίσταση που χρειάζεται μια αναδιοργάνωση της Αριστερής σκέψης, η οποία πάντα υποφέρει από διασπάσεις. Σε αυτές τις συνθήκες, ο Τσε μας καλεί να ξυπνήσουμε. Είναι πιεστική ανάγκη να σκεφτούμε τι να κάνουμε προκειμένου να αποφύγουμε λάθη, προκειμένου να μην υπάρξουν λανθασμένες προσδοκίες, να αποφύγουμε μιμητισμό και να θέσουμε μια τακτική που να είναι ταυτισμένη με την στρατηγική σκέψη. Ας επιστρέψουμε στην σκέψη του Τσε. Ας δεχθούμε την πρόκληση να μετατρέψουμε την εξάσκηση της δημιουργικής σκέψης σε δράση.
Πηγή: “Che Calls on Us to Think”, Juventud Rebelde, 9 Οκτώβρη 2012 / Μετάφραση Κειμένου: Guevaristas.