Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Τσε: Ο «αριστοκράτης» της επανάστασης

Τσε: Ο «αριστοκράτης» της επανάστασηςFREE photo hosting by Fih.gr
Είναι γνωστό- σε εχθρούς και φίλους -πως ο Τσε δεν ήταν ο κλασικός τύπος κομουνιστή ηγέτη του 20ού αιώνα. Δεν ήταν ο τύπος που έμεινε προσκολλημένος με την εξουσία και πέθανε γερασμένος γραφειοκράτης. Ήταν ο τύπος κομμουνιστή που θεωρούσε την επανάσταση μια διαρκή και αδιάκοπη διαδικασία που ολοκληρώνεται μόνο όταν και ο τελευταίος άνθρωπος σε αυτή την γη γνωρίσει την αξιοπρέπεια και την ευτυχία. Κατά αυτή την έννοια μπόλιαζε διαλεκτικά στην γραμμή ενός μαχόμενου αντικαπιταλιστικού ρομαντισμού τόσο την αντίληψη του Λ. Τρότσκι, όσο και την αντίληψη του Μάο. Ναι ήταν ένας τύπος από άλλο ανέκδοτο, ένας «αριστοκράτης» της επανάστασης και του κομμουνισμού ,που σαφέστατα δεν χωρούσε στα όρια της γραφειοκρατικής εκδοχής των σοσιαλιστικών πειραμάτων του 20ού αιώνα. Ένας τύπος αγωνιστή, επαναστάτη και ανθρώπου από μέλλον, ένα μέλλον λαμπρό και φωτεινό και όχι σκοτεινό σαν το δικό μας.
Δημήτρης Αργυρός (Συνεργάτης του Π.Κ. – Γιάννενα)

Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να “ναι και καλή σοδειά
Μανώλης Αναγνωστάκης
Είναι γνωστό- σε εχθρούς και φίλους -πως ο Τσε δεν ήταν ο κλασικός τύπος κομουνιστή ηγέτη του 20ού αιώνα. Δεν ήταν ο τύπος που έμεινε προσκολλημένος με την εξουσία και πέθανε γερασμένος γραφειοκράτης.
Ήταν ο τύπος κομμουνιστή που θεωρούσε την επανάσταση μια διαρκή και αδιάκοπη διαδικασία που ολοκληρώνεται μόνο όταν και ο τελευταίος άνθρωπος σε αυτή την γη γνωρίσει την αξιοπρέπεια και την ευτυχία. Κατά αυτή την έννοια μπόλιαζε διαλεκτικά στην γραμμή ενός μαχόμενου αντικαπιταλιστικού ρομαντισμού τόσο την αντίληψη του Λ. Τρότσκι, όσο και την αντίληψη του Μάο.
Ναι ήταν ένας τύπος από άλλο ανέκδοτο, ένας «αριστοκράτης» της επανάστασης και του κομμουνισμού ,που σαφέστατα δεν χωρούσε στα όρια της γραφειοκρατικής εκδοχής των σοσιαλιστικών πειραμάτων του 20ού αιώνα. Ένας τύπος αγωνιστή, επαναστάτη και ανθρώπου από μέλλον, ένα μέλλον λαμπρό και φωτεινό και όχι σκοτεινό σαν το δικό μας.
Διαβάζοντας όμως το βιβλίο του Δημήτρη Καλτσώνη «Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση», εκδόσεις τόπος μου δημιουργήθηκε η αίσθηση πως ο συγγραφέας επιχειρεί να στριμώξει τον οντολογικό κομμουνισμό του Τσε Γκεβάρα στα όρια του Μαρξισμού- Λενινισμού, δικαιώνοντας με αυτό τον τρόπο, διάμεσου του Τσε το Μαρξισμό-Λενινισμό, με την παβλίτσα που έλεγε και ο Κ. Πρέβε.
Όχι πως αυτό δεν είναι αλήθεια σε ένα μεγάλο βαθμό. Ναι ο Τσε Γκεβάρα ακολούθησε τον Μαρξισμό- Λενινισμό σε μεγάλο βαθμό, μόνο που αυτό δεν ήταν το καθοριστικό στην πορεία του. Το καθοριστικό στην πορεία του ήταν ο αλτρουισμός του, η επαναστατική δράση εδώ και τώρα, με όλα τα μέσα σε αντίθεση πολλές φορές με την Μαρξιστική- Λενινιστική πολιτική της ωρίμανσης των αντικειμενικών συνθηκών.
Το καθοριστικό ήταν στην περίπτωση του η οντολογική σχεδόν αντίληψη της δημιουργίας ενός νέου ανθρώπου, ενός κομμουνιστή ανθρώπου που θα έβαζε πάνω από όλα την ηθικά επαναστατικά κριτήρια και όχι τα υλικά ή τα εμπορευματικά. Για αυτό και μπορούσε να μιλάμε για μια «αριστοκρατία» της επανάστασης με τα πλατωνικά κριτήρια του όρου αριστοκράτης. Δηλαδή ενός ανθρώπου που δια της συμμετοχής του στα κοινά ξεφεύγει από το «σπήλαιο» της αγνοίας και των σκιών.
Μέσα από αυτή την οπτική αντικειμενικά ο Τσε τάσσεται στην κοσμοθεώρηση της γενικευμένης κοινωνικής αυτοδιαχείρισης, αν και για τον ίδιο αυτοδιαχείριση σήμαινε η «σοσιαλιστική» οικονομία της αγοράς με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις επιχειρήσεις.
Σίγουρα η εμμονή του στην σταλινική παράδοση του «σοσιαλισμού σε μόνο μια χώρα»- παρόλο τον επαναστατικό διεθνισμό του- τον οδήγησε και αυτόν να ταυτίσει τον μεταβατικό κράτος και κοινωνία με τον σοσιαλισμό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορέσει να εμβαθύνει στο πλούτο των πειραματισμών και των απόψεων της επαναστατικής παράδοσης, κομμουνιστικής, αυτόνομης, ελευθεριακής και αναρχικής.
Πόσο μάλλον που και το καθεστώς της Κούβας ακολούθησε σε γενικές γραμμές την κλασική σταλινική πολιτική των διώξεων στους αντιφρονούντες. Παρόλα αυτά είναι ευρέως γνώστη η πρόσκληση που έκανε ο Τσε το 1962-63 στον Ε. Μαντέλ στην συζήτηση για τον προσανατολισμό της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Κούβα.
Ο Τσε μοιάζει με άγιος, μα δεν είναι παρά ένας άνθρωπος που πήρε πολύ σοβαρά το χρέος και το καντιανό καθήκον του, ως επαναστάτη, να σώσει τον κόσμο από τον όλεθρο και την εκμετάλλευση του κεφαλαίου. Και επειδή είναι όντως πολύ σπάνιες αυτές οι περιπτώσεις των ανθρώπων σαν το Τσε παραμένει ένα σύμβολο.
Ένα σύμβολο που όσο και αν εμπορευματοποιηθεί δεν χάνει το οντολογικό του βάρος. Απεναντίας αν δεν βρισκόμασταν στην εποχή της πλήρους εκκοσμίκευσης και απομάγευσης είναι πολύ πιθανόν ο Τσε να αποκτούσε «θεϊκές» και «μαγικές» ιδιότητες στα μάτια των καταπιεσμένων.. Ένας ακόμη χριστός να τους καθοδηγεί…
Ήτανε νέοι», Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Στίχοι: Μανώλης Αναγνωστάκης. Από το δίσκο «Της Εξορίας» (1976). Ερμηνεύει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Αφιέρωμα στους μεγάλους αγωνιστές της Κουβανικής Επανάστασης.
Οι δρόμοι ήταν σκοτεινοί και λασπωμένοι
το πιάτο στο τραπέζι λιγοστό,
το φιλί στο κατώφλι ήταν κλεφτό
και έρωτες μέσα στις καρδούλες κλειδωμένοι
Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να “ναι και καλή σοδειά
Τα βράδια ξενυχτούσαν στα υπόγεια,
και σβάρνα ολημερίς στις γειτονιές
αχ! τα σοκάκια εκείνα κι οι γωνιές
σφιχτά που φυλάξαν τα τίμια λόγια
Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να “ναι και καλή σοδειά
Δεν ξέρανε πατέρα, μάνα σπίτι, μάνα σπίτι
έναν δεν δίναν για το σήμερα παρά
δε ρίχνανε δραχμές στον κουμπαρά
δεν κράταγαν μεζούρα και διαβήτη
Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να “ναι και καλή σοδειά
Τσε Γκεβάρα: Ότι υπάρχει στο Ελληνικό Διαδίκτυο

Στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα: Η γέννηση της ταξικής συνείδησης του Γκεβάρα


Στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα: Η γέννηση της ταξικής συνείδησης του Γκεβάρα

 

Στην Τσουκικαμάτα της Χιλής, ανάμεσα στις 13 με 16 Μαρτίου του 1952, είναι που ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα αρχίζει να γίνεται ο “Τσε”. Εκεί αρχίζει να αντιλαμβάνεται πλέον τις έντονες ταξικές ανισότητες, τον καθημερινό αγώνα των εργατών για το μεροκάματο και την άνιση μάχη τους με το Κεφάλαιο που γέννησε ο ιμπεριαλισμός στη Νότια Αμερική.

Γράφει ο Τσε στίς σημειώσεις του ταξιδιού του, τις γνωστές και ως “Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας”: “Εκεί (στο χωριό Μπακεδάνο) γίναμε φίλοι με ένα ζευγάρι χιλιανών εργατών που ήταν κομμουνιστές. Στο φως ενός κεριού που ανάψαμε για να φτιάξουμε ματέ και να φάμε λίγο ψωμοτύρι, τα συσπασμένα χαρακτηριστικά του εργάτη αποκτούσαν κάτι το μυστηριώδες και το τραγικό, ενώ με το απλό και εκφραστικό του λεξιλόγιο μας διηγιόταν για τους τρείς μήνες που πέρασε στην φυλακή, για τη γυναίκα του, που τον είχε ακολουθήσει πιστά, πεινασμένη, για τα παιδιά, που τα είχαν αφήσει σε έναν πονόψυχο γείτονα, για την ανώφελη περιπλάνηση του σε αναζήτηση δουλειάς, για τους συντρόφους που εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και που, καταπώς έλεγαν, τους είχαν ρίξει στη θάλασσα. Αυτό το ζευγάρι, που τουρτούριζε μέσα στη νύχτα της ερήμου, κολλημένοι ο ένας στον άλλο, ήταν η ζωντανή εικόνα των προλετάριων όλου του κόσμου. Δεν είχαν ούτε μια τριμμένη κουβέρτα να σκεπαστούν. Τους δώσαμε λοιπόν μια απο τις δικές μας και εμείς βολευτήκαμε όπως όπως κάτω από την άλλη. Ήταν από εκείνες τις φορές που υπέφερα πολύ από το κρύο, αλλά και που ένιωσα πιο αδελφωμένος με αυτό το, άγνωστο για μένα, ανθρώπινο είδος.” [...] (Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας, Ν.Σ Λιβάνης, 2004, σελ.148-149).

Ένα μοναδικό περιβάλλον για ενα μοναδικό πεπρωμένο, μια ιστορική καμπή. Στην είσοδο του μεταλλείου, μια σκοπιά: δεν μπαίνει εδώ ο οποιοσδήποτε. Ωστόσο, προς έκπληξη τους, ο Φουσέρ και ο Μιάλ ούτε διώχνονται ούτε περνάνε από ανάκριση. Εξαιρετικά περιποιητικός, ο αστυνομικός διευθυντής τους επιτρέπει ακόμη και να επισκεφτούν όλες τις πτέρυγες του μεταλλείου μέσα σ’ ένα φορτηγάκι της αστυνομίας, με την συνοδεία ενός ευγενικού και φλύαρου υπολοχαγού. Ο Ερνέστο ξαφνιάζεται απο μια τέτοια υποδοχή, σ’ένα μέρος που αναδίδει τόσο έντονα τη μυρωδιά του δολαρίου. Θα πρέπει να πούμε πως παρουσιάστηκαν ως γιατροί. Το βράδυ, οι αστυνομικοί τους καλούν να φάνε μαζί τους. Οι επισκέπτες καταβροχθίζουν το φαϊ τους μ’ ακόμη μεγαλύτερη όρεξη μιας και δεν είχαν φάει τίποτε απ’ την προηγουμένη. Έπειτα καταρρέουν, εξαντλημένοι, στον κοιτώνα, ο καθένας τους σ’ένα ωραίο κρεβάτι εκστρατείας.

Στις 14, σηκώνονται απ’ τα χαράματα για να επισκεφτούν τον Μίστερ Μακ Κιμπόι, τον διευθυντή του μεταλλείου. Αφού πρώτα έκαναν για ώρα υπομονή στην αίθουσα αναμονής, τους παρουσιάζουν αυτόν τον αμερικάνο που ο Ερνέστο τον βρίσκει πραγματικά πολύ…αμερικάνο: «Από άποψη ύψους, βάρους, τίχλας και αμετακίνητων απόψεων.» Με τα άσχημα ισπανικά του, ο Μακ Κιμπόι τους δίνει κατ’ αρχήν να καταλάβουν πως δε βρίσκονται σε τουριστική τοποθεσία, έπειτα δέχεται να τους παραχωρήσει στο εξής έναν ξεναγό, και η επίσκεψη αρχίζει.

Γράφει ο Τσε για την πρώτη του εντύπωση: «Η ψυχρή αποτελεσματικότητα και η ανίσχυρη μνησικακία συμβαδίζουν στο μεγάλο ορυχείο, ενωμένες, παρά το μίσος, από την κοινή ανάγκη επιβίωσης από τη μια μεριά και κερδοσκοπίας απ’ την άλλη. Μα, ποιός ξέρει, ίσως μια μέρα ένας μεταλλωρύχος να πάρει την αξίνα του με χαρά και να πάει πρόθυμα και ενσυνείδητα να δηλητηριάσει τα πνευμόνια του. Λένε πως έτσι γίνεται εκεί από όπου προέρχεται η κόκκινη φλόγα που φωτίζει τον κόσμο – έτσι λένε. Εγώ δεν το ξέρω». (σελ.151).

Το ορυχείο είναι φτιαγμένο από κερκίδες με καμιά καστοριά μέτρα φάρδος και πολλά χιλιόμετρα μήκος. Ανοίγουν τρύπες να βάλουν μέσα το δυναμίτη, ο οποίος ανατινάζει ολόκληρες πλευρές του βουνού. Τα κομμάτια που ξεκολλάνε μ’αυτόν τον τρόπο φορτώνονται σε βαγονέτα, που τα τραβάει μια ηλεκτρική μηχανή τρένου, και τα μεταφέρει μέχρι τον πρώτο μύλο για άλεσμα. Έπειτα το μετάλλευμα περνά από ένα δεύτερο, κι ύστερα από έναν τρίτο μύλο, που το καθαρίζει όλο και πιο πολύ. Όταν έχει γίνει σκόνη, ανακατεύεται με θεικό οξύ μέσα σε τεράστιες δεξαμενές. Μετά, το διάλυμα αυτό του θεικού χαλκού οδηγείται σ’ένα κτίριο που στεγάζει τους ηλεκτρολυτικούς κάδους που χωρίζουν το χα΄λκό και μεταλλάσει το οξύ. Οι δυο νεαροί επιστήμονες, παθιασμένοι με την ιατρική έρευνα, συναρπάζονται απ’ αυτά που βλέπουν. Ο ηλεκτρολυτικός κάδος στην συνέχεια μπαίνει μέσα σε τεράστιους φούρνους, με θερμοκρασία δυο χιλιάδων βαθμών. Το μέταλλο, λιωμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο χύνεται σε μεγάλα καλούπια, όπου πασπαλίζεται με μια σκόπη απο απανθρακωμένα ζώα. Τα καλούπια ψύχονται από ένα ψυκτικό σύστημα, και ο στερεοποιημένος χαλκός εξορύσσεται, υπό μορφή τούβλου, με τη βοήθεια ηλεκτρικών γερανών. Ένα τελευταίο ίσιωμα ολοκληρώνει τη δουλειά, και οι ράβδοι του κόκκινου χρυσού βγαίνουν συμμετρικοί, όμοιοι, τέλειοι. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με μια ακρίβεια ανάλογη εκείνης που βλέπει κανείς στην ταινία του Τσάπλιν “Μοντέρνοι Καιροί”.

Πιο πολύ απ’ τις μηχανές, ο Ερνέστο ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους. Αντιλαμβάνεται, συζητώντας με τους εργάτες, πως ο καθένας ξέρει μόνο αυτό που συμβαίνει στην δική του πτέρυγα, και μερικές φορές μάλιστα μόνο στο δικό του τμήμα. Πολλοί, αν και δουλεύουν εδώ πάνω από δέκα χρόνια, δεν ξέρουν τι γίνεται στη διπλανή πτέρυγα. Αυτή η κατάσταση ενθαρρύνεται απ’ την Εταιρεία Μπράντεν, που μπορεί έτσι να τους εκμεταλλεύεται πιο εύκολα, κρατώντας τους στο χαμηλότερο μορφωτικό και πολιτικό επίπεδο. Οι θαραλλέοι καθοδηγητές των συνδικάτων είναι αναγκασμένοι να παλεύουν χωρίς σταματημό – όπως εξηγεί ένας απ’ αυτούς στον Ερνέστο – για να διαφωτίσουν τους εργάτες σχετικά με τα συμβόλαια που τους παρουσιάζονται.

Καθώς απομακρύνονται, ο ξεναγός-χαφιές που είχε φορτωθεί στους δύο επισκέπτες σχολιάζει σχετικά: «Όταν υπάρχει κάποια σημαντική συγκέντρωση, εγώ και άλλοι βοηθοί του διοικητή, καλούμε όσο το δυνατόν πιο πολλούς μεταλλωρύχους στο μπουρδέλο. Έτσι, η απαρτία που απαιτείται για να γίνουν πράξη οι αποφάσεις που ψηφίζονται στη διάρκεια της συγκέντρωσης δεν επιτυγχάνονται ποτέ». Συνεχίζει ήρεμα: «Θα πρέπει να πω ακόμη πως τα αιτήματα τους είναι υπερβολικά. Δεν καταλαβαίνουν πως μόνο μια μέρα απεργίας, είναι ένα εκατομμύριο δολάρια χαμένα για την εταιρεία!».
- «Και τι ζητάνε για παράδειγμα;»
- «Ω! μέχρι και εκατό πέσος αύξηση!».
Εκατό πέσος είναι ένα δολάριο.
Την επομένη, επίσκεψη σ’ ένα νέο εργοστάσιο, που δε λειτουργεί ακόμη, αλλά προορίζεται για την επεξεργασία του θειούχου χαλκού που μένει ανέγγικτος βγαίνοντας απ’ την αλυσίδα της παραγωγής. Υπολογίζουν μια συμπληρωματική απόδοση της τάξης του 30%. Τεράστιοι φούρνοι βρίσκονται υπό κατασκευή, και μια τσιμινιέρα 96 μέτρα ύψος, η πιο ψηλή της Νότιας Αμερικής. Βλέποντάς την ο Φουσέρ δεν μπορεί ν’αντισταθεί στην επιθυμία να σκαρφαλώσει εκεί πάνω. Πρώτα μ’ έναν ανελκυστήρα, μέχρι τα εξήντα μέτρα, κι έπειτα μια μικρή σιδερένια σκάλα μέχρι την κορυφή. Ο Αλμπέρτο ακολουθεί κουτσά-στραβά, κι εκεί ψηλά, σ’ αυτόν τον πρόχειρο μιναρέ, ακούει την αγόρευση του μουεζίνη-φίλου του να χάνεται μέσα στα σύννεφα. Όμως αυτός, ο Αλμπέρτο (Γκρανάδο), τη θυμάται ακόμα: «Αυτή η περιοχή ανήκει στο λαό των Αραουκανών (φυλή Ινδιάνων της Ν.Αμερικής) που πεθαίνει στη δουλειά για να γεμίζει τις τσέπες των Βορειοαμερικάνων. Με μια ταχυδακτυλουργία που δεν καταλαβαίνουν οι Ινδιάνοι, η κόκκινη γη τους μεταμορφώνεται σε πράσινα χαρτονομίσματα. Φυσικά, οι Γιάνκηδες κι οι δούλοι τους έχουν ένα σχολείο στη διάθεση τους – αυτό το κτίριο εκεί κάτω, Αλμπέρτο – με καθηγητές που έρχονται εξεπιτούτου για να μορφώσουν τα παιδιά τους. Αλλά ακόμη και το γήπεδο του γκολφ και τα σπίτια τους δεν είναι προκατασκευασμένα». [...] Και στρέφοντας το βλέμμα του προς το αχανές, παρθένο ακόμη, τοπίο, υπολογίζει: «Προβλέποντας ότι θα βγουν απο δω εκατομμύρια δολάρια, κι ότι για την ώρα εξορύσσονται ενενήντα χιλιάδες τόνοι μεταλλεύματος κάθε μέρα, καταλαβαίνει κανείς ότι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο δεν πρόκειται να σταματήσει σύντομα».

Στα “Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας” ο Τσε γράφει για την εμπειρία του στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα: «Η Τσουκικαμάτα μοιάζει με σκηνικό σύγχρονου δράματος. Δεν μπορείς να πεις ότι της λείπει η ομορφιά, αλλά πρόκειται για μια ομορφιά άχαρη, επιβλητική, παγερή. Όταν πλησιάζεις στη ζώνη των μεταλλείων, νομίζεις πως όλο το τοπίο συμπυκνώνεται, δίνοντας μια αίσθηση ασφυξίας στην πεδιάδα. [...] Η Τσίλε Εξπλορέισον Κόμπανι (Chile Exploration Company) χτίζει μια άλλη μονάδα για την εκμετάλλευση του μεταλλεύματος σε θειούχο μορφή. Η καινούρια μονάδα, η πιο μεγάλη του κόσμου στο είδος της, έχει δύο τσιμινιέρες ύψους ενενήντα μέτρων και θα απορροφάει σχεδόν όλη την παραγωγή των προσεχών ετών, ενώ η παλιά θα λειτουργεί περιορισμένα, επειδή τα κοιτάσματα του μετάλλου σε μορφή οξειδίου εξαντλούνται. Για να καλυφθεί η δαπάνη του νέου χυτηρίου, συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο στοκ ακατέργαστου υλικού, που η κατεργασία του θα αρχίσει απ’ το 1954, έτος έναρξης της λειτουργίας του εργοστασίου. Η Χιλή αντιπροσωπεύει το 20% της παγκόσμιας παραγωγής χαλκού και, σε αυτήν την περίοδο της αβεβαιότητας – που αυτό το υλικό έχει αποκτήσει ζωτική σημασία γιατί είναι αναντικατάστατο για μερικά όπλα – ξέσπασε στην χώρα μια οικονομικοπολιτική διαμάχη ανάμεσα στους υποστηρικτές της εθνικοποίησης των μεταλλείων, που συγκεντρώνουν μερικές οργανώσεις της Αριστεράς και των Εθνικοφρόνων, και αυτών οι οποίοι, βασισμένοι στα ιδανικά της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας, υποστηρίζουν ότι είναι προτιμότερο ένα καλά διοικούμενο ορυχείο (έστω και σε ξένα χέρια) από την αβέβαιη κρατική διαχείρηση. Είναι βέβαιο πως στο Κογκρέσο διατυπώθηκαν σοβαρές κατηγορίες εναντίον εταιρειών που εκμεταλλεύονται τις παραχωρήσεις που γίνονται σύμπτωμα ενός κλίματος εθνικιστικών επιδιώξεων πάνω στην παραγωγή. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης, καλό θα είναι να μην ξεχαστεί το μάθημα που μας έδωσαν τα νεκροταφεία των μεταλλωρυχείων, στα οποία είναι θαμμένος ένας μικρός μόνο αριθμός από τους αμέτρητους ανθρώπους που χάθηκαν από τις κατολισθήσεις, το πυρίτιο και το απαίσιο κλίμα του βουνού». (Ημερολ. Μοτοσυκλέτας, σελ. 152-155).

Η εμπειρία της Τσουκικαμάτα μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη ουσιαστική επαφή του νεαρού τότε αργεντίνου φοιτητή ιατρικής με τις σκληρές συνθήκες επιβίωσης της εργατικής τάξης. Από τα γραπτά του ίδιου του Ερνέστο παρατηρούμε την γέννηση της ταξικής του συνείδησης και την απαρχή της αντίληψης ότι αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει. Τα όσα είδε και βίωσε στην συνέχεια της περιπλάνησης του στη Νότια και Κεντρική Αμερική συνέβαλαν στην διαμόρφωση του «Τσε», που μεγαλούργησε στην επαναστατική Κούβα λίγα χρόνια αργότερα. Η Τσουκικαμάτα αποτέλεσε σημείο-«σταθμό» σε αυτήν του την περιπέτεια ζωής.

Ν. Μόττας.

Πηγές: Ζ.Κορμιέ, Ιλτ. Γκαντέα, Αλμπ.Γκρανάδο. Τσε Γκεβάρα. Εκδ. Καστανιώτης, 1995. Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας, Ν.Σ. Λιβάνης, 2004.